Φανταστείτε ότι περπατάτε στον δρόμο και ένας άγνωστος έρχεται ξαφνικά προς το μέρος σας και σας λέει: «Τι κάνεις, ρε μαλάκα;» Το πιθανότερο είναι ότι δεν θα το πάρετε και πολύ καλά.
Τώρα φανταστείτε ακριβώς την ίδια φράση να την ακούτε από έναν φίλο σας, ο οποίος μόλις σας είδε ύστερα από καιρό και έρχεται χαρούμενος προς το μέρος σας: «Τι κάνεις, ρε μαλάκα;» Οι λέξεις είναι ακριβώς οι ίδιες. Γιατί, λοιπόν, στη μία περίπτωση μπορεί να αισθανθούμε ότι κάποιος μας προσβάλλει, ενώ στην άλλη μπορεί να χαμογελάσουμε και να τον αγκαλιάσουμε;
Για να απαντήσουμε σε αυτή την ερώτηση, δεν αρκεί να κοιτάξουμε τι σημαίνει η λέξη μαλάκας σε ένα λεξικό. Πρέπει να καταφύγουμε σε διαφορετικούς κλάδους της γλωσσολογίας, όπως η σημασιολογία, η πραγματολογία και η κοινωνιογλωσσολογία.
Το υβριστικό λεξιλόγιο δεν αποτελεί απλώς έναν κατάλογο «κακών λέξεων». Σύμφωνα με τον Ξυδόπουλο (2012: 254), η υβριστική γλώσσα δεν έχει τόσο σαφή λεξική υπόσταση, καθώς η λειτουργία της δεν επιτελείται μόνο από συγκεκριμένες λέξεις, αλλά και από τη συναισθηματικά φορτισμένη χρήση λέξεων, κυρίως λέξεων ταμπού.
Σε πολλά επικοινωνιακά περιβάλλοντα, φυσικά, μια βρισιά μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να προσβάλει ή να μειώσει τον συνομιλητή. Όχι πάντα, όμως. Και κάπου εδώ αρχίζει το πραγματικό γλωσσολογικό ενδιαφέρον.
Η ίδια λέξη δεν σημαίνει πάντα το ίδιο πράγμα
Όταν ακούμε μια λέξη, είναι εύκολο να σκεφτούμε ότι διαθέτει μία συγκεκριμένη σημασία την οποία μεταφέρει κάθε φορά που χρησιμοποιείται.
Στην πραγματική επικοινωνία, όμως, τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα.
Σημασία έχει ποιος μιλάει, σε ποιον απευθύνεται, σε ποια περίσταση, με ποιον τρόπο και ποια σχέση υπάρχει ανάμεσα στους συνομιλητές.
Η περίπτωση της λέξης μαλάκας είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική. Ο Ξυδόπουλος την περιγράφει ως μια πολύσημη λέξη του ελληνικού άσεμνου λεξιλογίου, η οποία χρησιμοποιείται με πολλές μεταφορικές σημασίες πέρα από την κυριολεκτική της σημασία.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι πολλές από τις σημασίες της συγκεντρώνονται στην περιοχή της «θετικής χρήσης» και δηλώνουν οικειότητα και φιλικότητα μεταξύ ομιλητή και ακροατή. Υπάρχει ακόμα και η δυνατότητα αποχρωματισμού και εξάλειψης της άσεμνης σημασίας μιας λέξης μέσα από την ευρεία χρήση της.
Η σημασία που έχει μια λέξη στο λεξικό δεν αρκεί πάντοτε για να μας πει τι σημαίνει όταν πραγματικά τη χρησιμοποιούμε. Μέσα σε μια συγκεκριμένη περίσταση η συμβατική σημασία μιας λέξης μπορεί να υποχωρήσει τόσο, ώστε η λέξη να επιτελεί μια εντελώς διαφορετική λειτουργία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι έχασε οριστικά την προηγούμενη σημασία της. Σημαίνει ότι το περικείμενο και η σχέση μεταξύ των συνομιλητών μπορούν να αλλάξουν ριζικά τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύεται σε μια συγκεκριμένη συνομιλία.
Όταν η βρισιά γίνεται προσφώνηση μεταξύ φίλων
Το περικείμενο, όμως, εξηγεί μόνο ένα μέρος του φαινομένου.
Γιατί ειδικά ανάμεσα σε φίλους τέτοιες εκφράσεις μπορούν να χρησιμοποιούνται χωρίς να προκαλούν απαραίτητα παρεξήγηση;
Ανάμεσα σε ανθρώπους που μοιράζονται στενούς κοινωνικούς και φιλικούς δεσμούς, μια φαινομενικά προσβλητική έκφραση δεν χρησιμοποιείται απαραίτητα για να δημιουργήσει απόσταση ή σύγκρουση. Μπορεί, αντίθετα, να λειτουργήσει ως ένδειξη οικειότητας και αλληλεγγύης.
Η Καραχάλιου (2021: 542), μελετώντας ειδικά το γλωσσικό στοιχείο μαλάκας, δείχνει ότι αυτό δεν εμφανίζεται μόνο με πραγματικά προσβλητική λειτουργία, αλλά και στο πλαίσιο του ψευδοπροσβλητικού λόγου. Στα συμπεράσματά της συνδέει τέτοιες χρήσεις με την κατασκευή φιλικών δεσμών μεταξύ των προσώπων της αφήγησης.
Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, το «ρε μαλάκα» μπορεί να λειτουργήσει ακόμη και ως προσφώνηση. Ο φίλος που το χρησιμοποιεί δεν αποδίδει απαραίτητα στον συνομιλητή του έναν αρνητικό χαρακτηρισμό. Μπορεί να τον προσφωνεί με έναν τρόπο που έχει αποκτήσει διαφορετική λειτουργία μέσα στη μεταξύ τους σχέση.
Η φαινομενική βρισιά, επομένως, μπορεί σε συγκεκριμένες περιστάσεις να λειτουργεί ως ένας τρόπος με τον οποίο οι φίλοι εκφράζουν και επιβεβαιώνουν την οικειότητά τους.
Όταν το «ρε μαλάκα» γίνεται «ρε φίλε»
Και εδώ η συγκεκριμένη ελληνική λέξη αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Η Theodoropoulou (2020: 17) αναφέρει ότι το μαλάκας μπορεί, σε συγκεκριμένα περιβάλλοντα, να χρησιμοποιείται ως όρος οικειότητας και ως δείκτης συμμετοχής στην ίδια ομάδα, σηματοδοτώντας αλληλεγγύη. Σε αυτή τη χρήση, η σημασία του μπορεί να πλησιάζει εκείνη μιας φιλικής προσφώνησης.
Αυτό δεν σημαίνει φυσικά ότι οι λέξεις μαλάκας και φίλος έχουν γίνει συνώνυμες. Ούτε σημαίνει ότι η πρώτη έχει χάσει την υβριστική της δυνατότητα. Σημαίνει ότι, σε ένα συγκεκριμένο περικείμενο, η λειτουργία της μπορεί να είναι εντελώς διαφορετική από εκείνη που θα περιμέναμε αν εξετάζαμε μόνο τη λεξική της σημασία.
Μάλιστα, στη μελέτη της Theodoropoulou καταγράφεται Έλληνας ομιλητής ο οποίος δηλώνει ότι χρησιμοποιεί τους τύπους μαλάκα και μαλάκες με τη σημασία «φίλε μου» και «φίλοι μου» αντίστοιχα.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η χρήση της ίδιας της έκφρασης ρε μαλάκα από μη ελληνόφωνο εργαζόμενο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η συγγραφέας εξηγεί ότι η επιδιωκόμενη σημασία της έκφρασης αντιστοιχεί σε μια φιλική προσφώνηση, παρόμοια με το δικό μας «ρε φίλε».
Έτσι, πίσω από ένα φαινομενικά απλό:
«Τι κάνεις, ρε μαλάκα;»
μπορεί στην πραγματικότητα να βρίσκεται μια λειτουργία πολύ πιο κοντά στο:
«Τι κάνεις, ρε φίλε;»
Μια ευρέως αναγνωρίσιμη ελληνική λέξη
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη ενδιαφέρον στην περίπτωση του μαλάκας. Η Theodoropoulou χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη λέξη ως ευρέως αναγνωρίσιμη ελληνική λέξη. Η μελέτη της πραγματοποιείται σε ένα πολυγλωσσικό εργασιακό περιβάλλον στο Κατάρ και καταγράφει τη χρήση της ακόμη και από εργαζομένους που δεν είναι φυσικοί ομιλητές της ελληνικής.
Σύμφωνα με τη συγγραφέα, ο Έλληνας συμμετέχων χρησιμοποιούσε τη συγκεκριμένη προσφώνηση όταν επικοινωνούσε με εργαζομένους και είχε μεταδώσει τη χρήση της σε ορισμένους από αυτούς. Οι εργαζόμενοι άρχισαν στη συνέχεια να τη χρησιμοποιούν μεταξύ συναδέλφων τους και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και με φίλους τους εκτός του χώρου εργασίας.
Έχουμε, λοιπόν, μια ευρέως αναγνωρίσιμη ελληνική λέξη η οποία μπορεί να περάσει ακόμη και σε ένα πολυγλωσσικό περιβάλλον μαζί με μία από τις κοινωνικές λειτουργίες που έχει αποκτήσει στη χρήση της. Πώς γίνεται, όμως, μια φαινομενικά προσβλητική έκφραση να μη γίνεται αντιληπτή ως πραγματική προσβολή;
Οι Haugh και Bousfield (2012: 2–4) αναπτύσσουν τη συζήτηση γύρω από τη λεγόμενη φαινομενική αγένεια, δηλαδή περιπτώσεις στις οποίες μια συμπεριφορά που επιφανειακά μοιάζει αγενής ή προσβλητική μπορεί, μέσα στο κατάλληλο επικοινωνιακό πλαίσιο, να μην ερμηνεύεται ως πραγματική επίθεση.
Στη σχετική βιβλιογραφία που συζητούν, τέτοιες πρακτικές έχουν συνδεθεί με την κοινωνική οικειότητα, τις κοινές γνώσεις και αξίες μιας ομάδας και την ενίσχυση της αλληλεγγύης μεταξύ των μελών της. Αυτό μπορεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε καλύτερα και τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούν οι φίλοι μεταξύ τους.
Μια παρέα μπορεί να έχει αναπτύξει έναν κοινό τρόπο επικοινωνίας, μέσα στον οποίο εκφράσεις που σε έναν εξωτερικό παρατηρητή ακούγονται προσβλητικές δεν ερμηνεύονται απαραίτητα με τον ίδιο τρόπο από τα ίδια τα μέλη της.
Η σχέση των συνομιλητών και όσα μοιράζονται ως ομάδα μπορούν, επομένως, να επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο αξιολογείται μια φαινομενικά αγενής έκφραση.
Άρα οι φίλοι μπορούν να λένε ό,τι θέλουν;
Όχι ακριβώς. Το γεγονός ότι δύο άνθρωποι είναι φίλοι δεν μετατρέπει αυτομάτως κάθε προσβολή σε αστείο.
Οι Haugh και Bousfield επισημαίνουν ότι δεν πρέπει να ταυτίζουμε αυτομάτως τη φαινομενική αγένεια με τη φιλία ή την αλληλεγγύη. Ένα πείραγμα μπορεί να παρουσιάζεται ως αστείο και παρ’ όλα αυτά να ενοχλήσει ή να πληγώσει τον αποδέκτη του. Παράλληλα, τέτοιες πρακτικές μπορούν να εμφανιστούν ακόμη και μεταξύ ανθρώπων που δεν έχουν ήδη στενή κοινωνική σχέση.
Με άλλα λόγια, το «έλα μωρέ, φίλοι είμαστε» δεν αρκεί από μόνο του για να μετατρέψει κάθε προσβολή σε αστείο. Και εδώ επιστρέφουμε ξανά στο περικείμενο. Δεν έχει σημασία μόνο τι ειπώθηκε και ποια σχέση έχουν οι συνομιλητές, αλλά και πώς έγινε αντιληπτό αυτό που ειπώθηκε από τους ίδιους τους συμμετέχοντες.
Δεν υπάρχει μία απάντηση που να ισχύει σε κάθε περίπτωση. Μια φαινομενικά υβριστική έκφραση μπορεί μεταξύ φίλων να λειτουργεί ως προσφώνηση, ως ένδειξη οικειότητας, ως έκφραση αλληλεγγύης ή ως μέρος ενός κοινού τρόπου επικοινωνίας που έχει αναπτυχθεί μέσα στην παρέα.
Το μαλάκας είναι ένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό παράδειγμα ακριβώς επειδή μπορεί να κινηθεί ανάμεσα σε πολύ διαφορετικές χρήσεις. Μπορεί να αποτελεί πραγματική προσβολή, αλλά σε διαφορετικό περικείμενο μπορεί να δηλώνει οικειότητα και φιλικότητα ή να λειτουργεί σχεδόν όπως μια φιλική προσφώνηση.
Τελικά, λοιπόν, τι σημαίνει το μαλάκας;
Η γλωσσολογικά ενδιαφέρουσα απάντηση είναι ότι δεν αρκεί να δούμε μόνο τη λέξη για να απαντήσουμε. Πρέπει να δούμε ποιος τη λέει, σε ποιον τη λέει, σε ποια περίσταση, ποια σχέση υπάρχει ανάμεσα στους δύο ανθρώπους, αλλά και τη διαφορετική σημασία που αποκτά η λέξη μέσα από την ευρεία χρήση της. Για αυτό το «ρε μαλάκα» μπορεί σε μια περίσταση να αποτελεί πραγματική προσβολή και σε μια άλλη να λειτουργεί σχεδόν σαν το «ρε φίλε».
Για να καταλάβουμε τι σημαίνει πραγματικά μια λέξη σε μια συνομιλία, μερικές φορές δεν αρκεί να ανοίξουμε το λεξικό. Πρέπει να κοιτάξουμε και τους ανθρώπους που τη χρησιμοποιούν.
Βιβλιογραφία
Καραχάλιου, Ρ. (2021). Κατασκευή αφηγηματικών ταυτοτήτων και υβριστικός λόγος: Η περίπτωση του γλωσσικού στοιχείου «μαλάκας». Πρακτικά 14ου Διεθνούς Συνεδρίου Ελληνικής Γλωσσολογίας. Διαθέσιμο online
Ξυδόπουλος, Γ. (2012). Λεξικολογία. Εκδόσεις Πατάκη.
Haugh, M., & Bousfield, D. (2012). Mock impoliteness, jocular mockery and jocular abuse in Australian and British English. Journal of Pragmatics, 44(9), 1099–1114. Διαθέσιμο online
Theodoropoulou, I. (2020). Blue-collar workplace communicative practices: A case study in construction sites in Qatar. Language Policy. Διαθέσιμο online





