Πίσω στην ενότητα
Άρθρο — Για όλους

Γράφουμε όπως μιλάμε;

Αν σου έλεγα ότι πολλές φορές δεν προφέρεις ακριβώς αυτό που γράφεις, ίσως να σου φαινόταν περίεργο. Κι όμως, ο προφορικός και ο γραπτός λόγος δεν λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο.

Ο Κωνσταντίνος συνοδεύει το υλικό
Εικόνα για το άρθρο «Γράφουμε όπως μιλάμε;»
Ο Κωνσταντίνος Λιόντος
Άρθρο από τον δημιουργό του siteΚωνσταντίνος ΛιόντοςΙδιοκτήτης · Φιλόλογος / Γλωσσολόγος

Η γραφή χρησιμοποιεί γράμματα, ενώ η ομιλία χρησιμοποιεί ήχους. Η σχέση ανάμεσά τους, όμως, δεν είναι πάντοτε τόσο απλή όσο «ένα γράμμα = ένας ήχος». Σκέψου κάτι πολύ απλό: ι, η, υ, ει, οι, υι. Όλα αυτά μπορούν σήμερα να αποδώσουν τον ίδιο ήχο, το [i]. Άρα, ήδη από εδώ βλέπουμε ότι άλλο πράγμα είναι το γράμμα και άλλο ο ήχος που προφέρουμε.

Όταν γράφουμε, χρησιμοποιούμε γράμματα. Όταν μιλάμε, όμως, παράγουμε φθόγγους, δηλαδή πραγματικούς ήχους της ανθρώπινης ομιλίας. Εδώ εμφανίζεται ακόμη μία σημαντική έννοια: το φώνημα.

Το φώνημα δεν είναι απλώς ένας οποιοσδήποτε ήχος, αλλά μια αφηρημένη μονάδα του γλωσσικού συστήματος που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να διακρίνει σημασίες. Για παράδειγμα, ας συγκρίνουμε τις λέξεις: πόνος – μόνος

Η αντικατάσταση του /p/ από το /m/ αρκεί για να αλλάξει τη λέξη και τη σημασία της. Γι’ αυτό τα /p/ και /m/ αποτελούν διαφορετικά φωνήματα της ελληνικής.

Εδώ συναντάμε δύο βασικούς κλάδους της γλωσσολογίας. Η φωνητική μελετά τους πραγματικούς ήχους της ομιλίας, τον τρόπο με τον οποίο παράγονται, τις ακουστικές τους ιδιότητες και τον τρόπο με τον οποίο γίνονται αντιληπτοί. Η φωνολογία, από την άλλη, εξετάζει πώς οργανώνονται και λειτουργούν αυτοί οι ήχοι μέσα σε ένα συγκεκριμένο γλωσσικό σύστημα.

Με πολύ απλά λόγια, η φωνητική ρωτά «τι ακριβώς ακούγεται;», ενώ η φωνολογία ρωτά «πώς λειτουργεί αυτός ο ήχος μέσα στη γλώσσα;». Πες δυνατά: αχλαδιά

Μην κοιτάξεις για λίγο πώς γράφεται η λέξη. Απλώς πες τη φυσικά:

αχλαδιά. Άκουσες κάτι ανάμεσα στο ι και στο α; Ίσως κάτι που θυμίζει ένα πολύ μαλακό «γ»; Δεν μπήκε ξαφνικά κάποιο κρυμμένο γράμμα στη λέξη. Αυτό που συμβαίνει έχει να κάνει με τον τρόπο με τον οποίο πραγματώνεται το /i/ στην ομιλία.

Σύμφωνα με την Arvaniti (1999:170), όταν το /i/ ακολουθείται από ένα άλλο φωνήεν μέσα στην ίδια συλλαβή και δεν προηγείται ένα από τα σύμφωνα που διαθέτουν ουρανικά αλλόφωνα, πραγματώνεται ως ουρανικός τριβόμενος φθόγγος. Η πραγμάτωσή του είναι ηχηρή μετά από ηχηρό σύμφωνο και άηχη μετά από άηχο σύμφωνο.

Αυτό μας βοηθά να καταλάβουμε καλύτερα τι ακούμε στη λέξη «αχλάδια». Πριν από το /i/ βρίσκεται το ηχηρό /ð/. Έτσι, στην προφορά εμφανίζεται ο ηχηρός ουρανικός τριβόμενος [ʝ], ένας ήχος που στο ελληνικό αυτί μπορεί να θυμίζει ένα πολύ μαλακό «γ». Και τώρα πες: «ντοματιά».

Αυτή τη φορά μπορεί να ακούσεις κάτι διαφορετικό, κάτι που θυμίζει ένα πολύ μαλακό «χ». Γιατί συμβαίνει αυτό; Στα «ντοματιά», πριν από το /i/ βρίσκεται το άηχο /t/. Επομένως, σύμφωνα με το μοτίβο που περιγράφει η Arvaniti (1999:170), εμφανίζεται η αντίστοιχη άηχη πραγμάτωση, ο ουρανικός τριβόμενος [ç].

Έτσι έχουμε, πολύ απλουστευμένα:

ηχηρό σύμφωνο + /i/ + φωνήεν → ηχηρή πραγμάτωση [ʝ]

άηχο σύμφωνο + /i/ + φωνήεν → άηχη πραγμάτωση [ç]

Με απλά λόγια, δεν προφέρουμε πάντοτε τις λέξεις σαν να διαβάζουμε ένα γράμμα κάθε φορά. Οι ήχοι αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και η πραγματική προφορά μπορεί να περιλαμβάνει στοιχεία που δεν αποτυπώνονται άμεσα στη γραφή.

Γιατί λοιπόν δεν γράφουμε «αχλαδιά» και «ντοματιά»;

Επειδή η ορθογραφία δεν είναι φωνητική μεταγραφή. Δεν προσπαθεί να καταγράψει με απόλυτη ακρίβεια κάθε μικρή λεπτομέρεια της πραγματικής μας προφοράς, αλλά λειτουργεί ως ένα συμβατικό σύστημα αναπαράστασης της γλώσσας. Στην ελληνική, μάλιστα, υπάρχει ακόμη ένας παράγοντας που κάνει τα πράγματα πιο ενδιαφέροντα: η ιστορία της.

Η ελληνική γλώσσα έχει ιστορία χιλιάδων ετών και, μέσα σε αυτό το τεράστιο χρονικό διάστημα, η προφορά της φυσικά δεν έμεινε ίδια. Ήχοι άλλαξαν, άλλοι πλησίασαν μεταξύ τους και διαφορετικοί ήχοι κατέληξαν, σε ορισμένες περιπτώσεις, να προφέρονται με τον ίδιο τρόπο. Η γραφή, όμως, δεν ακολούθησε όλες αυτές τις αλλαγές.

Σύμφωνα με τον Παπαναστασίου (2001), ειδικά στην αττική διάλεκτο, μετά την υιοθέτηση του ιωνικού αλφαβήτου το 403 π.Χ., η σχέση ανάμεσα στα φωνήματα και τα γραφήματα βρισκόταν πολύ κοντά στην αρχή της αμφιμονοσημαντότητας. Στα Νέα Ελληνικά, όμως, η σχέση αυτή έχει μεταβληθεί σημαντικά εξαιτίας των φωνητικών εξελίξεων που μεσολάβησαν.

Ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα είναι ο ιωτακισμός. Τα γραφήματα <ι>, <η>, <υ>, <ει>, <οι> και <υι> κατέληξαν να έχουν την ίδια φωνητική αξία, [i]. Αντίστοιχα, τα <ε> και <αι> αποδίδουν [e], ενώ τα <ο> και <ω> αποδίδουν [o].

Έτσι, σήμερα μπορούμε να έχουμε πολλούς διαφορετικούς τρόπους γραφής για τον ίδιο ήχο. Η προφορά εξελίχθηκε, ενώ η ορθογραφία διατήρησε σε μεγάλο βαθμό παλαιότερες διακρίσεις.

Με λίγα λόγια… οι αρχαίοι έγραφαν όπως μιλούσαν;

Σε μεγάλο βαθμό, ναι!

Τουλάχιστον στην αττική διάλεκτο μετά την υιοθέτηση του ιωνικού αλφαβήτου το 403 π.Χ., η σχέση ανάμεσα σε αυτό που προφερόταν και σε αυτό που γραφόταν ήταν πολύ πιο άμεση απ’ ό,τι είναι σήμερα. Σύμφωνα με τον Παπαναστασίου (2001), η σχέση ανάμεσα στα φωνήματα και τα γραφήματα εκείνης της περιόδου βρισκόταν πολύ κοντά στην αρχή σύμφωνα με την οποία κάθε φώνημα αντιστοιχεί σε ένα γράφημα και αντίστροφα.

Αυτό σημαίνει, με απλά λόγια, ότι οι αρχαίοι μπορούσαν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό να γράφουν αυτό που άκουγαν και να προφέρουν αυτό που έβλεπαν γραμμένο. Φυσικά, η αντιστοιχία δεν ήταν απόλυτη και υπήρχαν εξαιρέσεις, όμως η απόσταση ανάμεσα στη γραφή και την προφορά ήταν πολύ μικρότερη.

Με το πέρασμα των αιώνων, η προφορά της ελληνικής άλλαξε, ενώ η ορθογραφία διατήρησε πολλές παλαιότερες γραφές. Έτσι φτάσαμε σήμερα να γράφουμε ι, η, υ, ει, οι, υι, αλλά να τα προφέρουμε όλα [i]. Θα μπορούσαμε, λοιπόν, να πούμε ότι η σημερινή ορθογραφία κρατά μπροστά στα μάτια μας διακρίσεις που κάποτε ακούγονταν και στην ομιλία.

Αυτό ακριβώς εννοούμε όταν μιλάμε για ιστορική ορθογραφία. Η σημερινή γραφή μιας λέξης δεν καθορίζεται αποκλειστικά από το πώς την προφέρουμε σήμερα, αλλά μπορεί να διατηρεί στοιχεία που συνδέονται με παλαιότερες φάσεις της γλώσσας. Έτσι εξηγείται γιατί, παρόλο που σήμερα προφέρουμε με [i] τα ι, η, υ, ει, οι, υι, εξακολουθούμε να τα γράφουμε διαφορετικά.

Η ελληνική ορθογραφία, βέβαια, δεν έμεινε εντελώς αμετάβλητη. Όπως επισημαίνει ο Παπαναστασίου (2001), με την πάροδο του χρόνου υιοθετήθηκαν απλοποιήσεις που επιχείρησαν να κάνουν το ορθογραφικό σύστημα ευκολότερο, χωρίς να διακόψουν τη συνέχεια της ορθογραφικής παράδοσης. Σημαντικές αλλαγές πραγματοποιήθηκαν ιδιαίτερα κατά τον 20ό αιώνα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την κατάργηση του πολυτονικού συστήματος το 1982.

Άρα, η ιστορική ορθογραφία δεν σημαίνει ότι γράφουμε σήμερα ακριβώς όπως έγραφαν οι αρχαίοι. Σημαίνει ότι το σύστημα γραφής μας εξακολουθεί να κουβαλά ίχνη της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας, ακόμη κι όταν η προφορά έχει προχωρήσει παρακάτω. Όχι ακριβώς.

Η γραφή και η ομιλία συνδέονται στενά, αλλά δεν είναι το ίδιο πράγμα. Η γραφή χρησιμοποιεί ένα συμβατικό σύστημα γραμμάτων, ενώ η ομιλία αποτελείται από πραγματικούς ήχους, οι οποίοι μπορούν να επηρεάζονται από τους ήχους που βρίσκονται γύρω τους.

Γι’ αυτό μπορεί να γράφουμε «αχλαδιά », αλλά στην πραγματική προφορά να ακούμε κάτι που δεν φαίνεται ξεκάθαρα στην ορθογραφία. Γι’ αυτό μπορεί επίσης έξι διαφορετικές γραφές, ι, η, υ, ει, οι, υι, να καταλήγουν σήμερα στον ίδιο ήχο [i].

Και ίσως αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον απ’ όλα: κάποτε η απόσταση ανάμεσα σε αυτό που γραφόταν και σε αυτό που ακουγόταν ήταν πολύ μικρότερη. Η προφορά συνέχισε να εξελίσσεται, ενώ η γραφή διατήρησε πολλά στοιχεία του παρελθόντος.

Έτσι, κάθε φορά που γράφουμε ένα η, ένα οι ή ένα ει, δεν χρησιμοποιούμε απλώς έναν διαφορετικό τρόπο για να γράψουμε το [i]. Χρησιμοποιούμε ένα σύστημα γραφής που κουβαλά μαζί του την ιστορία της ελληνικής γλώσσας.

Βιβλιογραφία

Arvaniti, A. (1999). Standard Modern Greek. Journal of the International Phonetic Association, 29(2), 167–172.

Παπαναστασίου, Γ. (2001). Γλώσσα και ορθογραφία [Δ10]. Στο Εγκυκλοπαιδικός Οδηγός για τη Γλώσσα. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. https://www.greek-language.gr/greekLang/studies/guide/thema_d10/index.html

Μια μικρή σημείωση για το περιεχόμενο

Το άρθρο αποτελεί πρωτότυπη συγγραφική και ερευνητική εργασία του Κωνσταντίνου Λιόντου. Οι επιστημονικές και βιβλιογραφικές πηγές που αξιοποιήθηκαν για τη σύνταξή του αναφέρονται αναλυτικά στη βιβλιογραφία.

Θέλεις να χρησιμοποιήσεις ή να παραθέσεις μέρος του περιεχομένου; Μπορείς, αρκεί να αναφέρεις τον δημιουργό και την αρχική δημοσίευση στο «Μίλα μου γλωσσολογικά!».

Η γνώση είναι για να ταξιδεύει. Ας μην ξεχνάμε απλώς από πού ξεκίνησε.

Μοιράσου το με την παρέα σου.

Το κουμπί ανοίγει το μενού κοινοποίησης της συσκευής σου και εσύ επιλέγεις πού θα σταλεί.

Μόνο για μαθητές

Μάθε, κέρδισε XP και ανέβα επίπεδο.

Με έναν δωρεάν μαθητικό λογαριασμό η πρόοδός σου αποθηκεύεται, ξεκλειδώνεις τρόπαια και βλέπεις πόσο κοντά είσαι στο επόμενο rank.

Μπες στην Προσωπική Τάξη